Ένας μη αξιοποιημένος υψίστης αρχαιολογικής σημασίας χώρος στη Ρακίτα Αχαΐας

Του Αναστασίου Αθανασόπουλου, φοιτητή Θεολογίας

Ένας μη αξιοποιημένος υψίστης αρχαιολογικής σημασίας χώρος στη Ρακίτα Αχαΐας Του Αναστασίου Αθανασόπουλου, φοιτητή Θεολογίας

Είναι κοινά αποδεκτό, ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει στην κατοχή της έναν αμύθητο αρχαιολογικό θησαυρό. Στην πραγματικότητα όμως δεν το αξιοποιεί όσο θα έπρεπε, παρά το γεγονός, ότι βρίθει από απίστευτης αρχαιολογικής και ιστορικής σημασίας μνημεία.

Ένα παράδειγμα της παραπάνω διαπίστωσης αποτελεί και ο ανεσκαμμένος Ναός της Θεάς Αρτέμιδος στη Ρακίτα Αχαΐας, ο οποίος παραμένει άγνωστος, την ώρα που έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον σύνολης της παγκόσμιας αρχαιολογικής κοινότητας.

Η Ρακίτα Αχαΐας (1150 υψόμετρο) είναι μια ορεινή – παραθεριστική περιοχή του Δήμου Ερυμάνθου, επάνω στο Παναχαϊκό Όρος και αποτελεί ένα καλοκαιρινό προορισμό για όσους επιθυμούν τη δροσιά, την παράδοση, τη γαλήνη, την ηρεμία, την αναψυχή και την πεζοπορία μέσα σ’ ένα φυσικό περιβάλλον ασύλληπτης ομορφιάς.

Η περιοχή αυτή όμως εκτός ότι έχει σημαντική και πολύπτυχη προσφορά στην ευρύτερη Ελληνική κοινωνία, έχει και μια μακραίωνη ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Μεγάλο κομμάτι, λοιπόν, αυτής της ιστορίας, αποτελεί και ο εν λόγω Ναός, ο οποίος βρίσκεται στο Βόρειο άκρο του οροπεδίου της Ρακίτας. Λίγοι όμως γνωρίζουν την σπουδαιότητα και την ιδιαιτερότητα αυτού του Μνημείου.

Η ανασκαφές ξεκίνησαν το έτος 1979, οπότε και η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως, τον πρωϊμότερο Ναό της Αχαΐας, που χρονολογείται το τελευταίο τέταρτο του 8ου αιώνος π. Χ.

Σύμφωνα με τα ευρήματα το σχήμα του είναι αρκετά επίμηκες, στις δυο στενές πλευρές απολήγει σε αψίδες και το μήκος του φτάνει τα 33,5μ., πράγμα το οποίο δείχνει ότι ήταν «εκατόμπεδος», είχε δηλαδή μήκος 100 αρχαίων ποδών. Στο εσωτερικό του δεν διαπιστώθηκε κεντρική κιονοστοιχία, ενώ στην πίσω πλευρά σύμφωνα με τις ανασκαφές υπήρχε άδυτο, η πρόσβαση στο οποίο γινόταν από κεντρική θύρα. Στη Βορειοανατολική στενή πλευρά, όπου και η είσοδος του ναού, δημιουργείται προστώο, που στηριζόταν σε πέντε πεσσούς σε ημικυκλική διάταξη. Εξωτερικά ο Ναός περιβάλλεται από κιονοστοιχία, περίσταση ή πτερό , που αποτελούνταν από 41 λίθινες βάσεις, ενώ οι κίονες που δεν διασώθηκαν ήταν ξύλινοι.

Ο Ναός αρχικά, ήταν στεγασμένος, με δίκλινη σκεπή από καλάμια και λάσπη και αργότερα τον 6ο αιώνα π. Χ., αντικαταστάθηκε από πήλινες –επίπεδες- κεραμίδες κορινθιακού τύπου. Λόγω όμως των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούν εκεί, η στέγη υφίστατο συχνές ζημιές, με αποτέλεσμα κάποια από τα κεραμίδια να αντικατασταθούν από καμπύλα λακωνικού τύπου.

Σύμφωνα με την έρευνα, ο Ναός, καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό το πρώτο τέταρτο του 4ο αιώνα π. Χ. και είναι πολύ πιθανό να ήταν ό ίδιος σεισμός που κατέστρεψε τις δύο Αχαϊκές πόλεις, την Ελίκη και τη Βούρα.

Από τα μέχρι τώρα στοιχεία, φαίνεται ότι ο Ναός δεν ξαναχτίστηκε και ότι η λατρεία ασκούνταν πλέον σε υπαίθριο βωμό. Η λατρεία εξακολουθούσε να τελείται έως και τον 4ο αιώνα μ. Χ., οπότε και ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος με ειδικό αυτοκρατορικό διάταγμα κατήργησε τις αρχαίες και παγανιστικές Θρησκείες.

Δυστυχώς, όμως, τόσο ο Βωμός όσο και το Βορειοανατολικό τμήμα του Ναού καταστράφηκαν κατά τη διάνοιξη του δρόμου Ρακίτας- Αιγίου το έτος 1972.

Σύμφωνα με την αναθηματική επιγραφή, που βρέθηκε χαραγμένη σε μικρό χάλκινο καθρέπτη, ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Άρτεμη, που φέρει το επίθετο «Αοντία», δηλαδή στην Άρτεμη που προκαλεί τους ανέμους. Το επίθετο αυτό, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, το πήρε από τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή, διότι στο διάσελο που αυτός είναι τοποθετημένος, ο αέρας είναι πολλές φορές έντονος.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως διάφορα ευρήματα, τα οποία ήταν προφανώς αφιερώματα πιστών. Εκτός από τον καθρέπτη, χαρακτηριστικό είναι το πήλινο ομοίωμα τριών σιταποθηκών, τα πήλινα αγγεία ντόπιας παραγωγής, με την ιδιόρρυθμη «εμπίεστη» γεωμετρική διακόσμηση, καθώς και διάφορα χάλκινα μικροαντικείμενα.

Η σημερινή κατάσταση είναι μάλλον απογοητευτική. Ο επισκέπτης δυστυχώς δεν μπορεί να έχει πρόσβαση, λόγω του ότι ο χώρος είναι περιφραγμένος και μονίμως κλειδωμένος. Το μόνο που μπορεί να αντικρύσει είναι ξερά άκοπα χόρτα και κάποια παραπήγματα από φύλλα τσίγκων, τα οποία σχεδόν έχουν καταρρεύσει από τα δυσμενή καιρικά φαινόμενα του χειμώνα. Ενώ, τέλος από το διπλανό δάσος ολοένα και περισσότερο φυτρώνουν έλατα ακόμα και κάτω από τα φύλλα τσίγκων που προστατεύουν τις ανασκαφές, τα οποία σιγά σιγά μεγαλώνουν με αποτέλεσμα, αν δεν ληφθεί κάποια μέριμνα, μετά από χρόνια ο χώρος αυτός να θυμίζει ένα δάσος.

Αρκεί να αναφέρουμε τρία στοιχεία για να αντιληφθούμε το μέγεθος της σπουδαιότητας του Ναού:

1)Κατά τον καθηγητή κ. Αθανάσιο Ριζάκη, ο Ναός άλλαξε τα δεδομένα για την καταγωγή του Δωρικού ρυθμού, ο οποίος φαίνεται να έχει τις ρίζες του στην Ανατολική Αχαΐα, στην οποία ανήκει και η Ρακίτα. Ο ίδιος υποστήριξε με περισσή τόλμη, ότι η ανασκαφή αυτή είναι η σημαντικότερη που διεξήχθη ποτέ στην Αχαΐα.

2)Το Πανεπιστήμιο του Nottingham της Αγγλίας, στην ετήσια διάλεξη που διοργανώνει, με σκοπό να τιμήσει, έναν αρχαιολόγο για το σπουδαίο επιστημονικό του έργο, βράβευσε τον κ. Μιχάλη Πετρόπουλο για το λόγο ότι αυτός έκανε διεθνώς γνωστή την Αρχαιολογία της Αχαΐας. Σημειωτέων, της τιμής αυτής για πρώτη φορά έτυχε Έλληνας αρχαιολόγος.

Το θέμα της ομιλίας του κ. Πετρόπουλου ήταν: «Ο Ναός της Αρτέμιδος Αοντίας- της Αρτέμιδος που προκαλεί τους ανέμους δηλαδή- στη Ρακίτα». Το θέμα αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον όλων των Αγγλικών Πανεπιστημίων-όπως φάνηκε εξάλλου και από τη συζήτηση που ακολούθησε με διάφορους καθηγητές- οι οποίοι ήρθαν να την ακούσουν από το Λέστερ, το Κέμπριτζ, την Οξφόρδη, το Λίβερπουλ, κλπ. Αλλά και από τα Πανεπιστήμια της Σκωτίας, της Ιρλανδίας, της Ολλανδίας, του Μπάρι της Ιταλίας και αλλού.

3)Τα τελευταία χρόνια αποτελεί μέρος της ύλης που διδάσκεται στα Μεταπτυχιακά μαθήματα της Φιλοσοφικής Σχολής, του τμήματος της Ιστορίας και Αρχαιολογίας, τόσο στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών όσο και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Κατόπιν όλων αυτών διερωτάται κανείς, γιατί τόσο η αρμόδια υπηρεσία, όσο και η πολιτεία δεν αξιοποιούν αυτόν το χώρο; Για ποιο λόγο δεν είναι επισκέψιμος αφενός και αφετέρου γιατί δεν δημιουργείται ένα στέγαστρο προκειμένου να είναι εμφανής η κάτοψη του Ναού; Και εν κατακλείδι, γιατί ένα τέτοιο μνημείο με παγκόσμιο ενδιαφέρον και αντανάκλαση δεν προβάλλεται με σκοπό να γίνει περισσότερο γνωστό στους Αχαιούς, να αποτελέσει πόλο έλξης πολλών επισκεπτών και να δώσει μια ώθηση για περεταίρω ανάπτυξη στην περιοχή;

Ερωτήματα που δυστυχώς μένουν αναπάντητα…

Βιβλιογραφία

• Βόρδος Α. – Κόλια Ερ. , Αιγιάλεια: Αρχαίες πόλεις και μνημεία, Πάτρα 2008.

• Πετρόπουλος Μ., «Η συμβολή της Αχαΐας στην πρώιμη ναϊκή αρχιτεκτονική» Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Σπάρτης, Sacred Landscapes in the Peloponnese, 30.4-1.5.2012, που διοργανώθηκε από το πανεπιστήμιο του Nottingham.

• Παπαδημητρίου Ι., Το Μαζαράκι των Πειρών και της Παναχαϊας και το Μαζαράκι των Πατρών και της Ωλενίας. Από το 1600π.Χ. μέχρι σήμερον, Πάτρα 20002.

• Gadolou A., “Alate Architectural Model with Figure Decoration from ancient Helike, Achaea”, BSA 106 (2001), σ. 247-273

• Petropoulos M., “The Geometric Temple at Ano Mazaraki (Rakita) in Achaia during the Period of Colonisation” στο Em. Greco (επιμ.), Gli Achei é I’ indetita etnika degli Achei d’ Occidente, Atti del Convegno internationale di Studi (Paestum, 23-25.2.2001) Paestum-Αθήνα 2002, σ. 143-146.

• aigialeianews.gr

• nikosnikolopoulos.gr

• panagiotisandriopoulos.blogspot.com